τοξευτής

τοξευτής
ο стрелок из лука; лучник (ист. )

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "τοξευτής" в других словарях:

  • τοξευτής — bowman masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοξευτής — ο, ΝΜΑ, θηλ. τοξεύτρια και τοξεύτρα Ν [τοξεύω] αυτός που τοξεύει, τοξότης αρχ. ο αστερισμός τού Τοξότη …   Dictionary of Greek

  • τοξευτής — ο θηλ. εύτρα και εύτρια ο τοξότης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τοξευταῖς — τοξευτής bowman masc dat pl τοξευτός struck by an arrow fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοξευταί — τοξευτής bowman masc nom/voc pl τοξευτός struck by an arrow fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοξευτῇ — τοξευτής bowman masc dat sg (attic epic ionic) τοξευτός struck by an arrow fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοξευτῇσι — τοξευτής bowman masc dat pl (epic ionic) τοξευτός struck by an arrow fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοξευτήν — τοξευτής bowman masc acc sg (attic epic ionic) τοξευτός struck by an arrow fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοξευτῶν — τοξευτής bowman masc gen pl τοξευτός struck by an arrow fem gen pl τοξευτός struck by an arrow masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοξευτάς — τοξευτά̱ς , τοξευτής bowman masc acc pl τοξευτά̱ς , τοξευτής bowman masc nom sg (epic doric aeolic) τοξευτά̱ς , τοξευτός struck by an arrow fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • SACAE — populi Asiae inter Scythiam citeriorem ad Boream et Indiam citeriorem ad Meridiem. Sogdianis ad Occidentem finitimi (quorum regio Belor Mercatori) sine urbibus, unde Nomades per deserta habitantes appellantur. Dionys. v. 749. Τὸν μετ᾿ ἐπὶ… …   Hofmann J. Lexicon universale


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»